- μούσκλο
- τοτο βρύο, το μούσκλι.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
αζωλιτμίνη — η Χημ. καστανοκόκκινη αζωτούχα χρωστική ουσία που μάλλον αποτελεί την κύρια ουσία τού ηλιοτροπίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. azolimin, νόθο σύνθ. < azo (< azote, πρβλ. άζωτο + litm < litmus, λ. σκανδιναβικής… … Dictionary of Greek
μούσκλι — και μούσκλο και μούσκουλο, το και μούσκουλη, η ονομασία διαφόρων ειδών βρύων. [ΕΤΥΜΟΛ. < *μούσκλ ιον < μούσκλη < *μούσκλος < λατ. musculus «μικρό ποντίκι»] … Dictionary of Greek
βρύο — το χνουδωτό φυτό που ευδοκιμεί σε υγρά και σκιερά μέρη, μούσκλο … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
μούσκλι — το το μούσκλο (βλ. λ.) … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)